- Γνωσιακή Συμπεριφορική
…γράφει η Εύη Μπασιώτη
Ψυχολόγος, MSc Συμβουλευτική Ψυχολογία
Εισαγωγή στις Βασικές Αρχές της Γνωσιακής – Συμπεριφοριστικής Ψυχοθεραπείας
Στο παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί μια πολύ σύντομη αναφορά στην κεντρική θεώρηση και τις βασικές αρχές της γνωσιακής – συμπεριφοριστικής θεραπείας (ΓΣΘ). Η ΓΣΘ διατυπώθηκε από τον ψυχίατρο Aaron T. Beck (Beck, 1967) και αποτελεί πλέον μια από τις πιο ευρείας εφαρμογής μεθόδους ψυχοθεραπείας.
Το μεγάλο εύρος των εφαρμογών της, καθώς και η αποτελεσματικότητά της, έχουν καταδειχθεί σε πληθώρα ερευνών και μεταναλύσεων (Dattilio, 2001; Beck, 1995; Dattilio & Padesky, 1995). Ενδεικτικά αναφέρεται η ανασκόπηση των Hofmann et al. (2012), στόχος της οποίας ήταν η έρευνα των μεταναλύσεων που εξέταζαν την αποτελεσματικότητα της ΓΣΘ σε πληθώρα διαταραχών. Από τα ευρήματα καταδεικνύεται ότι η πιο δυνατή της ένδειξη συναντάται στις αγχώδεις διαταραχές, τις σωματόμορφες διαταραχές, τη βουλιμία, τα προβλήματα διαχείρισης θυμού και το γενικό στρες. Συνολικά, η τεκμηρίωση βάσει αποδεικτικών στοιχείων της ΓΣΘ ήταν πολύ ισχυρή.
Αναφορικά με τις βασικές αρχές της, η γνωσιακή – συμπεριφοριστική θεραπεία είναι ένα δομημένο μοντέλο ψυχοθεραπείας, τόσο κατά τη συνεδρία, όσο και κατά τη συνολική θεραπευτική διαδικασία. Είναι βραχύχρονο, εστιασμένο στο πρόβλημα και έχει εκπαιδευτικό χαρακτήρα – στοχεύοντας στη βοήθεια του θεραπευόμενου να γίνει ο θεραπευτής του εαυτού του. Επικεντρώνεται στο εδώ – και – τώρα, χρησιμοποιεί τις εργασίες για το σπίτι, ενώ η θεραπευτική σχέση μεταξύ θεραπευτή και θεραπευόμενου έχει συνεργατική φύση. Τέλος, κάνει χρήση γνωσιακών, αλλά και συμπεριφορικών τεχνικών, διατυπώνοντας τα προβλήματα και τις τεχνικές μέσα σε ένα γνωσιακό πλαίσιο (Beck, 1995; Wells, 1997).
Το πλαίσιο αυτό διατυπώνεται από την Judith Beck, κόρη του Aaron Beck, ως εξής:
«Περιληπτικά, το γνωσιακό μοντέλο προτείνει ότι οι διαστρεβλωμένες ή δυσλειτουργικές σκέψεις (οι οποίες επηρεάζουν τη διάθεση και τη συμπεριφορά του ασθενούς) είναι κοινές σε όλες τις ψυχολογικές διαταραχές. Η ρεαλιστική εκτίμηση και τροποποίηση της σκέψης προκαλεί βελτίωση στη διάθεση και συμπεριφορά. Μακροχρόνια βελτίωση προκύπτει από την τροποποίηση των βαθύτερων δυσλειτουργικών πεποιθήσεων» (J. Beck, 1995, σελ. 1).
Αναλυτικότερα, αυτόματες σκέψεις, συμπεριφορές, συναισθήματα και σωματικές αντιδράσεις αλληλοσυνδέονται και αλληλοεπιδρούν (Greenberger & Padesky, 1995). Πιο συγκεκριμένα για τις αυτόματες σκέψεις, είναι σχετικά γρήγορες, σύντομες και συγκεκριμένες σε μια κατάσταση σκέψεις, έχουν λεκτική μορφή ή μορφή εικόνας και τείνουν να «πετάγονται» στο μυαλό του ατόμου (Beck, 1995). Το άτομο τις αποδέχεται ως αληθινές και δεν εξετάζει την εγκυρότητά τους, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν γνωσιακά λάθη μέσα σε αυτές (Beck, 1995; Tilden & Dattilio, 2005). Τα κυριότερα γνωσιακά λάθη είναι τα εξής (Dattilio & Bahadur, 2005; Beck, 1995; Dattilio & Padesky, 1995):
Αυθαίρετο συμπέρασμα: Δεν υπάρχουν πραγματικά δεδομένα για τα συμπεράσματα που εξάγονται.
Υπεργενίκευση: Ένα μεμονωμένο γεγονός εκλαμβάνεται αντιπροσωπευτικό παρόμοιων περιστάσεων.
Επιλεκτική αφαίρεση: Δίνεται βαρύτητα σε συγκεκριμένες λεπτομέρειες μιας κατάστασης και αγνοούνται άλλες.
Διπολική σκέψη: Οι εμπειρίες γίνονται αντιληπτές μόνο ως καλές ή ως κακές, επιτυχημένες ή αποτυχημένες.
Μεγιστοποίηση και ελαχιστοποίηση: Μια κατάσταση εκλαμβάνεται περισσότερο ή λιγότερο σημαντική από αυτό που πραγματικά είναι.
Προσωποποίηση: Το άτομο θεωρεί ότι εξωτερικά γεγονότα σχετίζονται με το ίδιο, χωρίς όμως να υπάρχουν δεδομένα για τέτοιο συμπέρασμα.
Νοητικό φίλτρο: Το άτομο αντιλαμβάνεται μόνο αυτό που ταιριάζει με αυτό που έχει στο μυαλό του.
Εσφαλμένη τιτλοφόρηση: Λάθη του παρελθόντος χρησιμοποιούνται για όλες τις μελλοντικές συμπεριφορές.
Διάβασμα σκέψης: Δίχως τη μεσολάβηση της επικοινωνίας, το άτομο θεωρεί ότι γνωρίζει τι σκέφτεται ο άλλος.
Αυτές οι διαστρεβλώσεις επηρεάζουν την ερμηνεία των εξωτερικών καταστάσεων, με τρόπο που συνάδει με τις πεποιθήσεις (Wells, 1997). Οι βαθύτερες πεποιθήσεις είναι βαθιές, θεμελιώδεις, σχετικώς σταθερές και άκαμπτες νοητικές δομές, οι οποίες διαμορφώνουν το περιεχόμενο των αντιλήψεων του ατόμου. Περιλαμβάνουν βασικές αντιλήψεις για τον κόσμο, τις σχέσεις και τον εαυτό. Επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο θα επεξεργαστεί τις πληροφορίες σε καινούριες καταστάσεις (Dattilio, 2005; Tilden & Dattilio, 2005) και διαμορφώνονται από τις πρώιμες εμπειρίες. Σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, οι βαθύτερες πεποιθήσεις επηρεάζουν τις ενδιάμεσες πεποιθήσεις (δηλαδή κανόνες, στάσεις και υποθέσεις, που συνήθως προ ψυχοθεραπείας δεν εκφράζονται), οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τις αυτόματες σκέψεις και άρα, το συναίσθημα, τη συμπεριφορά και τις σωματικές αντιδράσεις (Beck, 1995).
Η θεραπεία, επομένως, επικεντρώνεται στην αμφισβήτηση των αυτόματων σκέψεων και στη γνωσιακή αναδόμηση των δυσλειτουργικών πεποιθήσεων. Ως προς τα στάδια της θεραπευτικής διαδικασίας, στην αρχική φάση, πραγματοποιείται αξιολόγηση του προβλήματος και εξοικείωση με το γνωσιακό μοντέλο. Ακολουθεί η αυτορρύθμιση, δηλαδή η αυτοπαρατήρηση και η καταγραφή των αυτόματων σκέψεων, των συναισθημάτων, των συμπεριφορών και των σωματικών αντιδράσεων. Έπειτα, εφαρμόζονται συμπεριφορικές και γνωσιακές τεχνικές για την τροποποίηση των συμπεριφορών, των γνωσιών και κατ’ επέκταση των δυσάρεστων συναισθημάτων. Κατά το τελευταίο στάδιο, στόχος είναι η πρόληψη μιας πιθανής υποτροπής σε προηγούμενες προβληματικές καταστάσεις και οι στρατηγικές αντιμετώπισης. Μετά το πέρας της θεραπείας, μπορεί να οριστούν κάποιες μεταθεραπευτικές υποστηρικτικές συνεδρίες (Παπακώστας 1994; Beck, 1995).
Η παράθεση συγκεκριμένων τεχνικών, η ανάλυση της θεραπευτικής σχέσης και της γνωσιακής διατύπωσης περίπτωσης, η εφαρμογή της ΓΣΘ σε συγκεκριμένες διαταραχές, καθώς και άλλα εξειδικευμένα ζητήματα βρίσκονται εκτός του σκοπού της παρούσας εργασίας. Ως κατακλείδα για την αναφορά στις βασικές αρχές της ΓΣΘ, το παρακάτω απόσπασμα θεωρείται ότι αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο την κεντρική θεωρητική αρχή:
«’Το ανθρώπινο ον απαντά όχι τόσο στα εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κυρίως στη νοητική (γνωσιακή) αναπαράσταση των ερεθισμάτων αυτών’. Από την αρχή αυτή συνεπάγεται πώς για την κατανόηση και τον έλεγχο – όταν απαιτείται – των απαντήσεων (συμπεριφορών) ενός ατόμου, είναι απαραίτητη όχι μόνο η μελέτη των διαφόρων ‘ερεθισμάτων’, αλλά και του τρόπου με τον οποίο τα ερεθίσματα αυτά αναπαρασταίνονται και διερμηνεύονται νοητικά» (Ι. Παπακώστας, 1994, σελ. 18 – 19).
Βιβλιογραφία
Beck A.T. (1967). Depression: Causes and Treatment. Philadelphia, PA: University of Pennsylvania Press
Beck J. (1995). Cognitive Therapy: Basics and Beyond. New York: The Guilford Press
Dattilio F. M. & Padesky C. A. (1995): Συμβουλευτική Ζευγαριών: Γνωσιακή – Συμπεριφοριστική Προσέγγιση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
Dattilio F. M. (2001): Cognitive – behaviour family therapy: Contemporary myths and misconceptions. Contemporary Family Therapy, vol. 23 (1), pp. 3 – 18.
Dattilio F. M. & Bahadur M. (2005): Cognitive – behaviour therapy with an East – Indian family. Contemporary Family Therapy, vol. 27 (3), pp. 367 – 382.
Greenberger D. & Padesky C. A. (1995). Mind Over Mood. New York: The Guilford Press
Hofmann S.G., Asnaani A., Vonk I., Sawyer A., Fang A. (2012). The Efficacy of Cognitive Behavioural Therapy: A Review of Meta-analyses. Cognit Ther Res, vol. 36(5), pp. 427 – 440
Tilden T. & Dattilio F. M. (2005): Vulnerability schemas of individuals in couples relationships: A cognitive perspective. Contemporary Family Therapy, vol. 27 (2), pp. 139 – 159.
Wells A. (1997). Cognitive Therapy of Anxiety Disorders. Chichester: John Wiley & Sons
Παπακώστας Ι. (1994). Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία: Θεωρία και Πράξη. Αθήνα: Ινστιτούτο Έρευνας της Συμπεριφοράς
Πρόγραμμα Εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία: Εφαρμογή σε Διαταραχές Ψυχικής Υγείας Online –

Γ.Σ.Θ. σε Διαταραχές Ψυχικής Υγείας
Έναρξη: 17/10/2026
Πρόγραμμα Εξειδίκευσης στην Εκμάθηση και Εφαρμογή Τεχνικών CBT για το Άγχος για Ειδικούς Ψυχικής Υγείας:
Πρακτικά Εργαλεία και Τεχνικές Παρέμβασης Online –

Γ.Σ.Θ. για τη Διαχείριση του Άγχους
Έναρξη: 18/10/2026

