…γράφει η Αναστασία Σύμπουρα,

Ψυχολόγος Ψυχοθεραπεύτρια

 

            Οι αγχώδεις διαταραχές αποτελούν σύμφωνα με την Αμερικάνικη Ψυχιατρική Εταιρεία (American Psychiatric Association, APA), την πιο συχνή όσον αφορά το ποσοστό εμφάνισης τους μεταξύ των ψυχικών διαταραχών, οι οποίες φαίνεται να επηρεάζουν το 30%  των ενηλίκων κάποια στιγμή της ζωής τους.  Οι περισσότερες αγχώδεις διαταραχές μπορεί να εμφανιστούν σε κάθε ηλικία, συνήθως όμως εμφανίζονται για πρώτη φορά στο τέλος της εφηβείας ή την αρχή της ενήλικης ζωής (Bennett, 2010). ;

            Ο όρος “άγχος” φαίνεται να αποτελεί ένα συνηθισμένο ομολογουμένως βίωμα, αν συνυπολογίσει κάποιος την συχνότητα εμφάνισης του όρου στις καθημερινές συνομιλίες των ανθρώπων. Ωστόσο, κρίνεται σημαντική η επιστημονική διάκριση του όρου “άγχος” σε σχέση με τον όρο “φόβος” για την εμπεριστατωμένη μελέτη των αγχωδών διαταραχών. Συνήθως, όταν αναφερόμαστε στον όρο φόβο, εννοούμε μία δυσάρεστη αίσθηση ή/και φοβισμένη αντίδραση που σχετίζεται με την επέλευση ενός άμεσου, αντικειμενικού και συγκεκριμένου κινδύνου (Χριστοπούλου, 2008).

            Το αίσθημα του φόβου έχει συσχετιστεί με την άμεση επιβίωση και εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, καθώς ενεργοποιεί την αντίδραση πάλης ή φυγής (fight or flight), μια αντίδραση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, το οποίο προετοιμάζει το άτομο να αντιμετωπίσει έναν επικείμενο και αντικειμενικό κίνδυνο είτε με την αντίδραση της πάλης είτε με εκείνη της φυγής (Nesse, 1980).  Αντίθετα, όπως υποστήριξε ο Zuckerman (1991), η μειωμένη αίσθηση φόβου έχει συσχετιστεί με την ριψοκίνδυνη συμπεριφορά, η οποία καθιστά το άτομο περισσότερο ευάλωτο και επιρρεπές στην σωματική βλάβη (Χριστοπούλου, 2008).

            Το άγχος, από την άλλη πλευρά,  φαίνεται να μοιράζεται κοινά χαρακτηριστικά με τον φόβο, καθώς πρόκειται για ένα υποκειμενικό βίωμα, το οποίο προκαλεί την ίδια συναισθηματική δυσφορία, τις ίδιες σωματικές, συμπεριφορικές ή/και γνωστικές αντιδράσεις όπως ακριβώς και ο φόβος.  Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Barlow (2001), όταν ένα άτομο βιώνει άγχος, η εκτίμηση του περί του κινδύνου δεν είναι ρεαλιστική ή είναι υπερεκτιμημένη (υπερεκτίμηση του κινδύνου). Παράλληλα, η συναισθηματική αντίδραση του ατόμου φαίνεται να είναι περισσότερο έντονη από εκείνη που θα δικαιολογούσε η εκτίμηση της πραγματικότητας. Επιπρόσθετα, το άτομο φαίνεται να τείνει να υποτιμά τις ικανότητες του προς αντιμετώπιση του επερχόμενου κινδύνου/προκλήσεων (υποτίμηση εαυτού/ικανοτήτων). Σε αντίθεση με το αίσθημα το φόβου, λοιπόν, το οποίο αναφέρεται σε έναν άμεσο, επικείμενο και αντικειμενικό κίνδυνο, το άγχος σχετίζεται μ’ ένα μελλοντικό γεγονός, του οποίου οι συνέπειες κυρίως, λαμβάνονται ως επικίνδυνες υπό την υποκειμενική αντίληψη του ατόμου, ενώ παράλληλα υποτιμά τις ικανότητες του για δράση. 

             Σύμφωνα με την 5η έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition, DSM-5 ), υπάρχουν διάφοροι τύποι, οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στην ομάδα των αγχωδών διαταραχών.  Αυτές οι διαταραχές περιλαμβάνουν: τη διαταραχή άγχους αποχωρισμού, την επιλεκτική αλαλία, την ειδική φοβία, την διαταραχή κοινωνικού άγχους (κοινωνική φοβία), την διαταραχή πανικού, την αγοραφοβία, την γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, την αγχώδη διαταραχή που προκαλείται από ουσίες/φάρμακα, την αγχώδη διαταραχή λόγω άλλης ιατρικής κατάστασης και την μην προσδιοριζόμενη αλλιώς αγχώδη διαταραχή (APA, 2013).

            Το DSM-5 αναφέρει μία πληθώρα συμπτωμάτων, τα οποία οφείλουν να πληρούνται προκειμένου να διαγνωστεί ο εκάστοτε τύπος της αγχώδους διαταραχής. Παρολ’ αυτά διάφορα κοινά συναισθηματικά, σωματικά και συμπεριφορικά συμπτώματα  φαίνεται να διατρέχουν τις περισσότερες φορές όλες τις αγχώδεις διαταραχές. Στα συναισθηματικά συμπτώματα περιλαμβάνονται η υπερβολική ανησυχία/άγχος, δυσφορία που βιώνει το υποκείμενο, καθώς και η αδυναμία πολλές φορές να ελέγξει αυτά τα συναισθήματα. Στις σωματικές/φυσικές συνέπειες των αγχωδών διαταραχών φαίνεται συχνά να απαντώνται συμπτώματα όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία, ναυτία, μούδιασμα ή μυρμήγκιασμα στα άκρα, ζάλη, ή/και δυσκολία στην αναπνοή κ.α.. Στις συμπεριφορικές συνέπειες του άγχους περιλαμβάνονται συμπεριφορές αποφυγής, που στόχο έχουν την αποφυγή καταστάσεων που προκαλούν άγχος (π.χ. αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων) ή μέρη (π.χ. χρήση της σκάλας αντί του ανελκυστήρα) ή την εμπλοκή σε μη υγιείς, επικίνδυνες ή αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές (όπως η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ κ.α.), οι οποίες στοχεύουν στην ανακούφιση από το άγχος (Bennett, 2010).

            Όσον αφορά την θεραπευτική παρέμβαση των αγχωδών θεραπειών αρχικά κρίνεται απαραίτητο η απόκλιση οργανικών αιτιών που δύνανται να προκαλούν παρόμοια συμπτώματα. Στην συνέχεια, και ενώ έχουν αποκλειστεί άλλα οργανικά αίτια, το άτομο δύνανται να παραπεμφθεί για ψυχιατρική εκτίμηση προκειμένου να διερευνηθεί μέσω της αξιολόγησης εάν το άτομο πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια/συμπτώματα κάποιας αγχώδους διαταραχής. Έπειτα, το άτομο θα παραπεμφθεί σε κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας (ψυχίατρο ή ψυχολόγο/ψυχοθεραπευτή) για ψυχοθεραπευτική παρέμβαση. Αξίζει ωστόσο να τονιστεί, ότι ακόμα και αν το άτομο δεν πληροί τα κριτήρια κάποιας διαγνωστικής κατηγορίας αλλά εμφανίζει μερικά μόνον σημεία ή υποκλινικά συμπτώματα, και πάλι έχει να επωφεληθεί τα μέγιστα από την ψυχοθεραπεία, καθώς τα συμπτώματα άγχους μπορεί να επηρεάσουν τις καθημερινές δραστηριότητες του ατόμου όπως η επίδοση στην εργασία, το σχολείο ή τις διαπροσωπικές σχέσεις.

            Οι παρεμβάσεις επί των αγχωδών διαταραχών περιλαμβάνουν φαρμακευτικές παρεμβάσεις, ψυχοθεραπευτικές αλλά και το συνδυασμό αυτών.  Οι αγχώδεις διαταραχές αντιμετωπίζονται φαρμακευτικά με δύο διαφορετικές κατηγορίες φαρμάκων, τις οποίες αποτελούν τα αγχολυτικά και τα αντικαταθλιπτικά (Baldwin, 2011). Οι ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν γνωσιακές συμπεριφορικές θεραπείες, οι οποίες σύμφωνα με την έρευνα φαίνονται να είναι εμπερικώς τεκμηριωμένες και να έχουν αποτελεσματικότητα (Bandelow, 2017).

            H Λογικοθυμική Συμπεριφορική Θεραπεία (Rational-Emotive Behavior Therapy, REBT) είναι η πρώτη μορφή Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας και ιδρύθηκε από τον ψυχολόγο Albert Ellis το 1955. Όπως όλες οι γνωσιακές συμπεριφορικές θεραπείες, η Λογικοθυμική εφορμάται από τον στωικό φιλόσοφο Επίκτητο, ο οποίος επεσήμανε ότι : “Οι άνθρωποι ταράζονται-αναστατώνονται όχι από τα γεγονότα, αλλά από την άποψή τους για τα γεγονότα αυτά”.  Οι σκέψεις, οι γνωσίες λοιπόν, είναι που καθορίζουν την συναισθηματική κατάσταση του ατόμου και κατ’ επέκταση και την συμπεριφορά του. Ο Albert Ellis επεσήμανε ότι η ποιότητα των σκέψεων/πεποιθήσεων καθορίζει και την ποιότητα των συναισθημάτων αλλά και των συμπεριφορών. Παράλογες, δηλαδή μη ρεαλιστικές, άκαμπτες και μη βοηθητικές πεποιθήσεις θα οδηγήσουν σε μη υγιή συναισθήματα (θετικά είτε αρνητικά) και κατ’ επέκταση σε μη λειτουργικές συμπεριφορές. Αντίστοιχα, ορθολογικές, δηλαδή ρεαλιστικές, ευέλικτες πεποιθήσεις θα οδηγήσουν σε υγιή συναισθήματα και λειτουργικές συμπεριφορές. Ο Albert Ellis τόνισε ότι οι άνθρωποι έχουν εκ φύσεως την τάση να διακατέχονται από παράλογες πεποιθήσεις, οι οποίες σχετίζονται με την απαιτητικότητα (μια προτίμηση/επιθυμία που μετατρέπεται σε απαίτηση), την καταστροφολογία (μία άσχημη κατάσταση που μετατρέπεται σε καταστροφική για το άτομο), την μη ανοχή στην ματαίωση (μία δυσκολή κατάσταση που μετατρέπεται σε μια μη ανεκτή-ανυπόφορη συνθήκη) και με την σφαιρική υποτίμηση του εαυτού, των άλλων αλλά και όλης της ζωής του ατόμου (Ellis, 1998).

            Το άγχος σχετίζεται με την ανάγκη το ατόμου για αυτοέλεγχο, ασφάλεια, σιγουριά και βεβαιότητα. Ένας θεραπευτής εκπαιδευμένος στην Λογικοθυμική συμπεριφορική θεραπεία θα βοηθήσει τον πελάτη του να ανακαλύψει παράλογες και μη βοηθητικές πεποιθήσεις (απαιτητικότητας, καταστροφολογίας, μη ανοχής στην ματαίωση & υποτίμησης εαυτού), προκειμένου να τις αναδομήσει γνωστικά και να αποκτήσει περισσότερο ορθολογικές πεποιθήσεις, συνεπείς προς την πραγματικότητα προκειμένου να αισθανθεί υγιή συναισθήματα και να προβεί σε συμπεριφορική έκθεση (Ellis, 1998).

            Σε ένα πιο απλό παράδειγμα κοινωνικού άγχους, παραδείγματος χάρη, αν ένα άτομο παρευρίσκεται σε μία κοινωνική περίσταση, θυμάται την ιδανική κοινωνική συμπεριφορά,  εστιάζει την προσοχή του στο γεγονός ότι θα υπολείπεται αυτής της συμπεριφοράς και απαιτεί από τον εαυτό του ότι πρέπει πάντα να ενεργεί σύμφωνα με το ιδανικό πρότυπο και πρέπει να γίνει συμπαθής, τότε είναι πιθανό το άτομο να βιώσει άγχος. Στην συνέχεια, είναι δυνατόν να παραχθούν πεποιθήσεις καταστροφολογίας (αν δεν συμπεριφερθώ με τον ιδανικό τρόπο, σημαίνει ότι δεν θα γίνω συμπαθής και αυτό θα είναι τραγικό), πεποιθήσεις μη ανοχής στην ματαίωση (αν δεν συμπεριφερθώ με τον ιδανικό τρόπο, σημαίνει ότι δεν θα γίνω συμπαθής και αυτό δεν θα το αντέξω) και υποτίμησης εαυτού/ζωής (αν δεν συμπεριφερθώ με τον ιδανικό τρόπο, σημαίνει ότι  είμαι ανάξιος να γίνω συμπαθής). Οι πεποιθήσεις αυτές θα οδηγήσουν σε πρόκληση άγχους και συμπεριφορικά είτε το άτομο θα απομονωθεί είτε θα φύγει από την κατάσταση. Με την βοήθεια, λοιπόν, της γνωστικής αναδόμησης και της αμφισβήτησης, το άτομο θα διαμορφώσει ορθολογικές ρεαλιστικές πεποιθήσεις προτίμησης (θα ήθελα/επιθυμώ πάρα πολύ να συμπεριφέρομαι πάντα σύμφωνα με το ιδανικό πρότυπο, αλλά δεν είναι πάντα 100% εφικτό, ούτε είναι ρεαλιστικό να γίνομαι πάντα συμπαθής από όλους), πεποιθήσεις αντικαταστροφολογίας (θα είναι άσχημο αν δεν με συμπαθήσουν κάποιοι άνθρωποι, αλλά δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, ούτε είναι οι μοναδικοί άνθρωποι που θα γνωρίσω ποτέ), πεποιθήσεις υψηλής ανοχής στην ματαίωση (θα είναι δύσκολο αν δεν με συμπαθήσουν κάποιοι άνθρωποι, αλλά μπορώ να το αντέξω και αξίζει να το αντέξω προκείμενου να γίνω ψυχικά ανθεκτικός και να βελτιώσω τις κοινωνικές μου δεξιότητες) και ρεαλιστικές πεποιθήσεις εαυτού/ζωής (είμαι ένας άνθρωπος που κάνει σωστά και λάθη όπως όλοι οι υπόλοιποι-μπορεί να μην συμπεριφέρομαι πάντα σύμφωνα με το ιδανικό πρότυπο, αλλά δεν είμαι ανάξιος να γίνω συμπαθής). Υπό το νέο ορθολογικό σκεπτικό, λοιπόν, το άτομο είναι πιθανόν να έχει υγιή επίπεδα άγχους, να παραμείνει στην κοινωνική περίσταση, να προβεί σε συμπεριφορική έκθεση και να συνδιαλλαγεί με τους υπόλοιπους παρευρισκόμενους (Dryden, 2009).

            Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η Λογικοθυμική Συμπεριφορική θεραπεία δίνει έμφαση στην μετα-αναστάτωση που νιώθουν οι άνθρωποι λόγω των συναισθημάτων τους (άγχος για το άγχος). Ιδιαίτερα στην περίπτωση της διαταραχής πανικού η Λογικοθυμική Συμπεριφορική θεραπεία συνήθως αρχικά εστιάζει στην μετα-αναστάτωση του ατόμου (άγχος μην ξαναπάθω κρίση πανικού) και διαχειρίζεται πεποιθήσεις σχετικά τις κρίσεις πανικού (δεν πρέπει να ξαναπάθω κρίση πανικού, θα είναι τραγικό, δεν θα το αντέξω), προκειμένου το άτομο να βοηθηθεί να μην υπερεκτιμά τον κίνδυνο και να μην υποτιμά τις ικανότητες του για δράση (Dryden, 2009). 

 

Βιβλιογραφία

                American Psychiatric Association, DSM-5 Task Force. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders: DSM-5™(5th ed.). American Psychiatric Publishing, Inc.

            Baldwin, D. S., Waldman, S., & Allgulander, C. (2011). Evidence-based pharmacological treatment of generalized anxiety disorder.International Journal of Neuropsychopharmacology, 14(5), 697–710.https://doi.org/10.1017/S1461145710001434

            Bandelow, B. , Michaelis, S. & Wedekind, D. (2017).Treatment of anxiety disorders.Treatment of anxiety disorders. (2017). Dialogues Clin Neurosci, 19(2).

            Bennet, P., (2010). Κλινική Ψυχολογία και ψυχοπαθολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Πεδίο

            Ellis., A., (1998). How to Control Your Anxietyn Before It Controls You. NY: Kensington Publicing Corp.

            Dryden, W., (2009). Understanding Emotions. NY: Routledge

            Χριστοπούλου, Α., (2008.) Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία του Ενήλικα. Αθήνα: Εκδόσεις Τόπος

 Πρόγραμμα Εξειδίκευσης στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία: Εφαρμογή σε Διαταραχές Ψυχικής Υγείας Online  – 

 Πρόγραμμα Εξειδίκευσης στην Εκμάθηση και Εφαρμογή Τεχνικών CBT για το Άγχος για Ειδικούς Ψυχικής Υγείας:
Πρακτικά Εργαλεία και Τεχνικές Παρέμβασης Online  –